μάκτρον

μάκτρον
τό
1) полотенце; 2) тряпка (для вытирания); 3) воен, протирка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "μάκτρον" в других словарях:

  • μάκτρον — wiper neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάκτρου — μάκτρον wiper neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάκτρῳ — μάκτρον wiper neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλόμακτρον — κεφαλόμακτρον, τὸ (Α) μαντίλι για το σκούπισμα τού ιδρώτα τού κεφαλιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεφαλ(ο) * + μάκτρον «μαντίλι»), πρβλ. ποδό μακτρον, χειρό μακτρον] …   Dictionary of Greek

  • αλάβαστρο — Όρος που υποδηλώνει διαφώτιστες παραλλαγές δύο διαφορετικών πετρωμάτων: του ασβεστίτη, που εκτιμάται περισσότερο, και του γύψου. Το ασβεστολιθικό ή ανατολικό α. προέρχεται από ιζήματα υδάτων πλούσιων σε ακτινοειδή ή κατά ζώνες (ταινίες). Τα… …   Dictionary of Greek

  • ημιτύβιον — ἡμιτύβιον, τὸ (Α) 1. λινό μαντήλι για τον λαιμό, χειρόμακτρο 2. μικρή πετσέτα, μικρό μάκτρον*. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. σύνθετο του ημι , ενώ κατ άλλη άποψη η λ. είναι αιγυπτ. δάνειο] …   Dictionary of Greek

  • ιδρωμάκτρα — η έλασμα από χάλυβα κατάλληλο για την αφαίρεση τού ιδρώτα τού ίππου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδρώς, ώτος + μάκτρον «πετσέτα»] …   Dictionary of Greek

  • μάκτρο — το (Α μάκτρον) κομμάτι υφάσματος με το οποίο σκουπίζει ή σκουπίζεται κάποιος, προσόψιο, πετσέτα νεοελλ. στρατ. ξύλινο κοντάρι με κυλινδρική ψήκτρα στην άκρη του, με την οποία καθαρίζεται και επαλείφεται με λιπαντικό το κοίλο τών σωλήνων τών… …   Dictionary of Greek

  • ποδόμακτρο — το / ποδόμακτρον, ΝΑ μάκτρο, πετσέτα για το σκούπισμα τών ποδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < πούς, ποδός + μάκτρον «πετσέτα, χαλί για σκούπισμα»] …   Dictionary of Greek

  • χειρόμακτρο — το / χειρόμακτρον, ΝΑ, και χειρώμακτρον και χειρρόμακτρον και αιολ. τ. χερόμακτρον Α (λόγ. τ.) κομμάτι από ύφασμα, πετσέτα για το σκούπισμα τών χεριών αρχ. είδος γυναικείου κεφαλόδεσμου. [ΕΤΥΜΟΛ. < χειρ(ο) * + μάκτρον «πετσέτα» (< μάσσω… …   Dictionary of Greek

  • μάκτρα — μάκτρᾱ , μάκτρα kneading trough fem nom/voc/acc dual μάκτρᾱ , μάκτρα kneading trough fem nom/voc sg (attic doric aeolic) μάκτρον wiper neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»